Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Ο σκύλος στην ελληνική μυθολογία και ιστορία

Οι αναφορές που υπάρχουν για τον σκύλο στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων είναι πραγματικά αμέτρητες.
Ο σκύλος απεικονίστηκε σε αγγεία και σε γλυπτά, αναφέρθηκε σε κωμωδία του Αριστοφάνη και σε εγχειρίδια κυνηγιού, υπήρξε έμπνευση για τη δημιουργία φιλοσοφικής σχολής, χρησιμοποιήθηκε ως σύντροφος, πολεμιστής, για κυνήγι, συνδαιτυμόνας στα γεύματα ενώ πολλές φορές ακολούθησε το κύριο του ακόμα και στο θάνατο. Αναρίθμητες είναι και οι αναφορές του, στους .....μύθους των προγόνων μας.

Ο Αριστοτέλης απαριθμεί φυλές σκύλων, σύμφωνα με τον τόπο καταγωγής τους, όπως ο της Ηπείρου, της Λακωνίας κ.λπ. Επίσης στο έργο του «Περί ζώων ιστορία» μιλά για Μολοττικούς κύνες και Ινδικούς κύνες που τους περιγράφει ως «βραχυκέφαλους». Περιγράφει, επίσης, λαγωνικά σκυλιά, με πιο «αθλητικό» σώμα που όμως πολλές φορές αναμιγνύονταν με Μολοττικούς και χρησιμοποιούνταν σε κυνήγι μεγάλων θηραμάτων ή σαν πολεμικά σκυλιά.
Ο Ξενοφώντας στα «Κυνηγετικά», υποστήριζε ότι τα πιο καλά ονόματα είναι τα σύντομα, μονοσύλλαβα ή δισύλλαβα, για να μπορεί κάποιος να τα προφέρει με ευκολία. Κανείς σκύλος δεν θα μπορούσε να έχει για παράδειγμα το όνομα Θρασύβουλος ή Θουκυδίδης! Η σημασία του ονόματος ήταν επίσης σημαντική για το ηθικό τόσο του ιδιοκτήτη όσο και του σκύλου: ονόματα που είχαν σχέση με την ταχύτητα, τη γενναιότητα, τη δύναμη, την εμφάνιση και άλλες αρετές ήταν προτιμητέα. Ο Ξενοφώντας για παράδειγμα φώναζε το σκύλο του Ορμή. Η πιο μεγάλη λίστα με κατάλληλα ονόματα σκύλων σώζεται στο έργο του Ξενοφώντα, 46 στο σύνολο.
Ο Πλάτωνας αναφέρει ότι ο ποιμενικός σκύλος της Ηπείρου είναι γνωστός από τα ομηρικά έτη και ήταν ονομαστός για τα καταπληκτικά του χαρίσματα.
Ο Αριστοφάνης στις Σφήκες παραδίδει μια διασκεδαστική περιγραφή του σκύλου του Λάβητου τον οποίον υποπτευόταν να έχει κλέψει ένα κομμάτι τυρί.
Κατά τον Πυθαγόρα «τα ζώα έχουν το προνόμιο να μοιράζονται μαζί μας το δικαίωμα στη ψυχή».
Χαρακτηριστική αναπαράσταση μολοσσών υπάρχει στη σκηνή της Τιτανομαχίας στον αναστηλωμένο Βωμό του Διός στο “Μουσείο της Περγάμου” στο Βερολίνο.
Οι τιμές της αγοράς σκύλων στην Αρχαία Ελλάδα διαμορφώνονταν ανάλογα. Ο Αλκιβιάδης είχε αγοράσει τον περίφημο σκύλο του, που του είχε μάλιστα ακρωτηριάσει την ουρά, στην τιμή των “ἑβδομήκοντα μνῶν”, ποσό σημαντικό για την εποχή εκείνη (Πλούταρχος “Αλκιβιάδης” 9.1).
Γνωστή ήταν η πρακτική θυσίας σκύλων αλλά και κάποιες τελετές όπως ο λεγόμενος περισκυλακισμός ήταν αρχαία ελληνική ιερή τελετή κατά την οποία γινόταν θυσία κουταβιού και περιφορά αυτού προς τιμή της αρχαίας θεότητας Εκάτης της Σελήνης της οποίας ο σκύλαξ ήταν ιερό ζώο, εξ ου και η επίκληση «Εκάτη Σκυλοφύλαξ» ή «Εκάτη Σκυλοκίτις» που πολλές φορές παρίστατο με τη μορφή σκύλου. Κατά τον περισκυλακισμό γίνονταν καθαρμός των οικιών και καύση όλων των απορριμμάτων προ του ειδώλου της θεάς. Ανάλογη θυσία γίνονταν και στη Ρώμη κατά τα γενόμενα Λουπερκάλια, τα Ρουβεργάλια και τη λεγόμενη «κυνοσκοπία» (augurium canarium).
Αναφέρονται 65 φυλές σκύλων στην αρχαία Ελλάδα.
Ο Μέγας Αλέξανδρος στις εκστρατείες του χρησιμοποιούσε ποιμενικούς σκύλους της Ηπείρου.
Ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος χρησιμοποιούσε τους ποιμενικούς ως πολεμικούς σκύλους.
Ιεροί σκύλοι φυλάσσονταν στο ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο γιατί πίστευαν ότι θεράπευαν τους ασθενείς γλύφοντας τους. Και ο Ασκληπιός παριστάνονταν καμιά φορά με σκύλο.
Οι γεωργοί έπρεπε να περάσουν τον σκύλο τους μέσα από το καπνό μιας φωτιάς, μια ενέργεια που πίστευαν ότι βοηθάει στον εξαγνισμό και στη προστασία από τις αρρώστιες.
Ο επικός ποιητής Οππιανός (2ος π. Χ. αι.) στην «Κυνολογία» περιγράφει τον ελληνικό ποιμενικό ως τόσο ρωμαλέο που δεν δίσταζε να επιτεθεί σε ταύρους, σε αγριόχοιρους, ακόμη και σε λιοντάρια.
Κυνηγητικοί σκύλοι παριστάνονται σε σικελικά νομίσματα.
Ο Ρωμαίος ποιητής Οβίδιος δίνει τα Ελληνικά ονόματα για τα 36 σκυλιά που ανήκαν στον Ακταίωνα, αυτόν τον άτυχο κυνηγό της Ελληνικής μυθολογίας που κατασπαράχθηκε από τους ίδιους τους τετράποδους φίλους του: μερικά από αυτά τα ονόματα είναι Τίγρης, Λαίλαψ και Αρκάς.
Ο γνωστός κυνικός φιλόσοφος Διογένης περιφερόταν μεσημέρι στο κέντρο των Αθηνών κρατώντας ένα φανάρι και έχοντας συντροφιά ένα σκύλο, φωνάζοντας «άνθρωπο ζητώ», υπονοώντας τη φιλοσοφική έννοια της λέξης «άνθρωπος».
Σύμφωνα με το Σωκράτη, ο σκύλος είναι ένας «αληθινός φιλόσοφος».
Ο σκύλος αποτέλεσε έμπνευση για την ίδρυση της φιλοσοφικής σχολής του Κυνισμού και εκείνων που την ακολούθησαν, γνωστοί ως «κυνικοί φιλόσοφοι». Οι κυνικοί φιλόσοφοι γύριζαν στους δρόμους των Αθηνών ζώντας μιμούμενοι τη ζωή των σκύλων.
Οι αρχαίοι Έλληνες ξεχώριζαν τους σκύλους σε κυνηγετικούς και ποιμενικούς. Οι ποιμενικοί ονομάζονταν «Μολοσσικοί» ή «Μολοσσίδες» από την περιοχή καταγωγής τους, που ήταν η αρχαία ελληνική Μολοσσία (Ήπειρος). Ο Μολοσσός της Ηπείρου, όπως μας έχει παραδοθεί από την ιστορία, απεικονίζεται στον «ανδριάντα της Ολυμπιάδος» (που βρίσκεται στη Φλωρεντία) καθώς επίσης και στο επιτύμβιο του Κεραμεικού (4ος π.Χ αιώνας). Και στα δύο αυτά γλυπτά ο Μολοσσός της Ηπείρου εμφανίζεται λυκοειδής και με όρθια αυτιά, με κοντό τρίχωμα και μακρύτερο γύρω από το λαιμό, σαν χαίτη.
Ο σκύλος χρησίμευε για τσοπανόσκυλο (ποιμενικός κύων), φύλακας (πυλωρός, θυρωρός, οικουρός ή δέσμιος κύων όταν ο φύλακας σκύλος ήταν δεμένος), κυνηγόσκυλο (θηρευτικός, αγρευτικός κύων) δίπλα στον Έλληνα κυνηγό. Αλλά και η ίδια η λέξη «κυνηγός» προέρχεται από την παρουσία του: Κυναγός > Κυνηγός = ο άγων τον κύνα, αυτός που οδηγεί το σκύλο).
Υπήρχαν επίσης οι πολεμισταί κύνες, οι άθλοι των οποίων αναφέρονται σε περιγραφές μαχών όπως του Μαραθώνα, της Μαντινείας κ.ά.. Ο ζωγράφος Μίκων τίμησε το σκύλο που συνόδευε τον Αθηναίο κύριό του στη μάχη του Μαραθώνα, απεικονίζοντάς τον μεταξύ των καλύτερων Ελλήνων πολεμιστών.
Υπήρχαν ακόμη οι μαχηταί κύνες, οι οποίοι πάλευαν με τα θηρία στο στίβο, παρέχοντας θέαμα, ιδιαίτερα στους Ρωμαίους.
Υπήρχαν, τέλος, μικρόσωμα σκυλιά, όπως αυτά της Μάλτας, που συνόδευαν τις πλούσιες κυρίες τους στον περίπατο, στο φαγητό, ακόμη και στον ύπνο τους.
Δύο εγχειρίδια κυνηγιού της αρχαίας Ελλάδας που σώζονται σήμερα, είναι γραμμένα από δύο Έλληνες ιστορικούς, τον Ξενοφώντα και τον Αρριανό, και έχουν αρκετές πληροφορίες και συμβουλές για τη σωστή ανατροφή των κυνηγόσκυλων. Ο Αρριανός, που έγραψε και τη βιογραφία του Μ. Αλεξάνδρου, αναφέρει ότι ένας πρέπει να χαϊδεύει το σκύλο του, ιδιαίτερα στο κεφάλι, να τραβάει προς τα πίσω μαλακά τα αυτιά του και να αναφέρει το όνομά του μαζί με μία-δύο εγκάρδιες κουβέντες “Μπράβο σου! Καλό κορίτσι” για να το ενθαρρύνουν. Έτσι και αλλιώς σημειώνει ο Αρριανός «και στα σκυλιά αρέσουν οι έπαινοι, όπως και στους ανθρώπους ευγενικής καταγωγής.»
Οι σκύλοι συνόδευαν τους αρχαίους Έλληνες όχι μόνο στο κυνήγι, αλλά και στο τραπέζι που ετοίμαζαν μετά. Εκεί μοιράζονταν με τους τετράποδους φίλους τους κομμάτια από τα θηράματα όπως κουνέλια, ελάφια και αγριογούρουνα. Μετά το τραπέζι, ο ιδιοκτήτης σκούπιζε τα χέρια του με ένα κομμάτι ψωμί και το έδινε στο σκύλο του μαζί με μία ιδιαίτερη λιχουδιά, βοδινό συκώτι ψημένο στα κάρβουνα πασπαλισμένο με κριθάρι. Αν ο σκύλος του υπέφερε από παράσιτα στο έντερο, του έδινε το φλοιό από το σιτάρι.
Στην (αρχαία χώρα της Μακεδονίας) Παιονία υπήρχαν οι «Παίονες κύνες» τους οποίους ζευγάρωναν με τους (λακωνικούς) σκύλους της Κρήτης.
Λόγος γίνεται πως ακόμα και οι Ινδικοί κύνες και οι Υρκάνιοι, Μηδικοί, Κάρης, Ελυμαίοι, Καρμάνιοι κ.α. είχαν ελληνικές «ρίζες».
Στην Ελλάδα υπάρχει και αναφορά για «λεοντογενή» φυλή, τους «Αρκάδες κύνες» με μεγαλοπρεπές ανάστημα, μεγάλη δύναμη και ήπιο χαρακτήρα. Σε αυτούς αποδίδεται και η προέλευση των Ινδικών.
Πληροφορίες επίσης μας παρέχει και ο Ηρόδοτος στις περιηγήσεις του.

Μύθοι και ξακουστοί σκύλοι
Σύμφωνα με ένα μύθο της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ο σκύλος εξημερώθηκε από τον Απόλλωνα, που τον δώρισε στην αδελφή του την Άρτεμη για να τη συντροφεύει στο κυνήγι (κυνήγι= κύναν άγω).
Ο ποιητής Νίκανδρος (3ος αι. π.Χ.) αναφέρει ότι οι ηπειρωτικοί σκύλοι, μεγαλόσωμοι και δυνατοί, πλάστηκαν από το θεό της φωτιάς, τον Ήφαιστο. Ένας από τους μύθους που αφορούν το σκύλο, αναφέρει ότι ο σκύλος είναι αναπαραγωγή του Κέρβερου, την οποία επέτυχε ο εγγονός του Αχιλλέα ονόματι Μολοσσός. Γι’ αυτόν το λόγο και η Εκάτη συντροφευόταν πάντα από μαύρα σκυλιά ονόματι «Μολοσσοί». Η αρχαία ονομασία των κατοίκων της Ηπείρου είναι Μολοσσοί.
Άλλος μύθος αναφέρει ότι ο σκύλος είναι δημιούργημα του θεού Ηφαίστου, τον οποίο ο θεός Απόλλωνας εξημέρωσε και τον έκανε δώρο στην αδελφή του θεά Αρτέμιδα για να τη συντροφεύει στο κυνήγι της.
Η μυθική κυνηγός Αταλάντη φώναζε το σκύλο της Αύρα. Σε ένα αρχαίο Ελληνικό αγγείο του 560 π.Χ. απεικονίζεται η Αταλάντη και άλλοι ήρωες μαζί με τα κυνηγόσκυλά τους κυνηγώντας τον περίφημο Καλυδώνιο Κάπρο. Πάνω στο αγγείο ο αγγειογράφος κατέγραψε τα ονόματα επτά σκύλων: Ορμένος, Μεθέπων, Εγέρτης, Κόραξ, Μάρψας, Λάβρος και Εύβολος.
Λαίλαπας, ο υπέρ-κυνηγός
Οι αρχαίοι Έλληνες αγαπούσαν το κυνήγι και μάλιστα το κυνήγι με σκύλους. Υπάρχουν αρκετές ιστορίες με κυνηγόσκυλα, αλλά αυτή που ξεχωρίζει είναι αυτή του Λαίλαπα, που πάντα έπιανε ότι κυνηγούσε.
Ο Λαίλαπας ήταν δημιούργημα του Ήφαιστου και άνηκε στον Δία. Αυτός το χάρισε στην ερωμένη του Ευρώπη που με την σειρά της τον χάρισε στο βασιλιά της Κρήτης.
Κάποτε, πήγε στην Κρήτη η Προκρίδα, κόρη του βασιλιά Ερεχθέα της Αθήνας. Η Προκρίδα ήταν σύζυγος του Κέφαλου και το ζευγάρι αγαπούσε πάρα πολύ το κυνήγι. Ο Κέφαλος, κάποια στιγμή, έστησε μια παγίδα στην Προκρίδα για να δει αν του ήταν πιστή, αλλά εκείνη ετοιμάστηκε να τον απατήσει και μόλις ανακαλύφθηκε από τον Κέφαλο έφυγε ντροπιασμένη για την Κρήτη όπου φιλοξενήθηκε από τον Μίνωα, που ήταν άτεκνος.
Τον θεράπευσε με ένα μαγικό βότανο, την “κιρκαία ρίζα” και ο Μίνωας της δώρισε ένα δόρυ που δεν λάθευε και με τον Λαίλαπα που έπιανε ότι κυνηγούσε.
Η Προκρίδα επέστρεψε στην Αθήνα και έστησε με την σειρά της μια παγίδα στον Κέφαλο. Μέσα από τις δολοπλοκίες και τις ίντριγκες, το ζευγάρι έλυσε τις παρεξηγήσεις του και η Προκρίδα δώρισε το ακόντιο και τον Λαίλαπα στον Κέφαλο. Από λάθος, ο Κέφαλος σκότωσε την σύζυγο του με το δόρυ και εξορίστηκε από την Αττική. Αυτό τον έφερε στην Θήβα και στον βασιλιά Αμφιτρύωνα που ήθελε να απαλλαγεί από μια αλεπού που κανείς δεν μπορούσε να σκοτώσει.
Ο Αμφιτρύωνας έβαλε τον Λαίλαπα να κυνηγήσει την αλεπού, αλλά δεν μπορούσε να την φτάσει. Την κυνηγούσε συνέχεια στα δάση του Τευμησσού, αλλά ποτέ δεν την έπιανε. Ο Δίας από οίκτο πέτρωσε και τα δύο ζώα. Για πολλούς είναι η Λαίλαπα, θηλυκού γένους σκύλος.
Κέρβερος, ο ατρόμητος φύλακας
Ο Κέρβερος ήταν το σκυλί του Άδη, του Θεού του κάτω κόσμου, που δεν επέτρεπε στις ψυχές των νεκρών να φύγουν, ούτε άφηνε τους θνητούς να περάσουν τις πύλες του κόσμου του θανάτου και να διαταράξουν την νεκρική γαλήνη.
Δεν ήταν όμως ένας απλό σκύλος φύλακας. Μπορεί να είχε την μορφή, μέχρι ένα σημείο και την αφοσίωση ενός σκύλου, ήταν όμως ένα φοβερό τέρας.
Κάποιες πηγές τον περιγράφουν σαν τσοπανόσκυλο που χαρωπά καλόπιανε τους νεκρούς ώστε να περάσουν τις πύλες του Άδη. Μετά όμως τους κατασπάραζε αν προσπαθούσαν να φύγουν. Άλλοτε τον παρίσταναν με τρία κεφάλια και με φίδια για ουρά.
Σαν αδέρφια του Κέρβερου εικάζονται ο Όρθος, η Λερναία Ύδρα, η Χίμαιρα, η Σκύλλα και το Λιοντάρι της Νεμαίας.
Ο ανίκητος Κέρβερος νικήθηκε μόνο μια φορά, από τον Ηρακλή που τον έφερε στον βασιλιά Ευρυσθέα σαν έναν από τους άθλους του. Η όψη του Κέρβερου όμως φόβισε τον βασιλιά που διέταξε τον Ηρακλή να τον πάει πίσω, στον Άδη.
Ο μύθος του Ακταίωνα
Η τραγική ιστορία του μεγάλου κυνηγού Ακταίωνα είχε εμπνεύσει τους ποιητές Φρύνινο, Ισφώντα και Κλεοφώντα, που έγραψαν τραγωδίες με τίτλο «Ακταίων». Είναι πολύ πιθανό να είχαν υποθέσει το μύθο του παλικαριού αυτού και οι «Τοξοτίδες» του Αισχύλου. Ακόμη η τιμωρία του από την Άρτεμη είχε εμπνεύσει πολλούς Έλληνες και Ρωμαίους καλλιτέχνες. Ο Ακταίων ήταν γιος της κόρης του Κάδμου, Αυτονόης και του Αρισταίου. Τον ανάθρεφε στη σπηλιά του ο Κένταυρος Χείρων, που τον δίδαξε την τέχνη του κυνηγού. Ο Ακταίων είχε 50 λαγωνικά που αγαπούσε πολύ. Τους είχε δώσει και ονόματα: Χάρων, Άρπνια, Παμφάγος, Τίγρης, Νεβροφόνος, Κόραξ κλπ. Έγινε τόσο σπουδαίος κυνηγός, που συντρόφευε την ίδια την Άρτεμη, τη θεά του κυνηγιού, στις εξορμήσεις της.
Κάποια μέρα ο Ακταίων πήρε τα σκυλιά του σε μια πηγή του Κιθαιρώνα για να τα ποτίσει. Για κακή του τύχη εκεί λουζόταν η θεά και άθελά του ο νέος την είδε γυμνή.
Η θεά εξοργίστηκε και τον μεταμόρφωσε σε ελάφι. Αγρίεψε και τα σκυλιά του, που όρμησαν πάνω του και τον κατασπάραξαν. Όταν τα πιστά ζώα συνήλθαν, άρχισαν να αναζητούν τον αφέντη τους, ώσπου έφτασαν στη σπηλιά του Χείρωνα.
Εκείνος, βλέποντας τον πόνο τους, έφτιαξε ένα ομοίωμα του Ακταίωνα για να τον βλέπουν τα σκυλιά και να παρηγοριούνται.
Ο Ακταίων έγινε φάντασμα και τρομοκρατούσε τους κατοίκους της χώρας των Ορχομενίων. Μετά από συμβουλή του Μαντείου των Δελφών, οι Ορχομένιοι βρήκαν τα κόκαλα του παλικαριού και τα έθαψαν. Έφτιαξαν και μια εικόνα από χαλκό που έμοιαζε με το φάντασμα και την κάρφωσαν σ’ ένα βράχο μ’ ένα σιδερένιο καρφί.
Υπάρχουν πληροφορίες ότι μέχρι τουλάχιστον το 2ο αιώνα μ.Χ., οι Ορχομένιοι, καθώς και κάτοικοι άλλων περιοχών πρόσφεραν ηρωικές τιμές στον Ακταίωνα.
Ο θάνατος της Εκάβης
Οι Έλληνες για να τιμωρήσουν την Εκάβη αποφάσισαν να τη λιθοβολήσουν. Ως προς τον θάνατό της υπάρχουν παραλλαγές, όλες όμως έχουν ως κοινό στοιχείο τη μεταμόρφωση σε σκύλο. Ο Ευριπίδης στην ομώνυμη τραγωδία του αναφέρει ότι η Εκάβη, αφού πρώτα είδε όλα τα παιδιά της νεκρά ή αρπαγμένα, μεταμορφώθηκε από τους θεούς, που τη λυπήθηκαν, σε σκυλί. Μία παραλλαγή λέει ότι η Εκάβη μεταμορφώθηκε σε σκύλο όταν την κατεδίωξαν για εκδίκηση οι σύντροφοι του Πολυμήστορα. Τρίτη εκδοχή είναι ότι η Εκάβη μεταμορφώθηκε σε σκύλο μέσα στο πλοίο που την οδηγούσε δούλη στην Ελλάδα. Τέλος, στην εκδοχή του λιθοβολισμού, η Εκάβη λιθοβολήθηκε πράγματι από τους Έλληνες, που όμως όταν πήγαν να την τραβήξουν κάτω από τις πέτρες βρήκαν, αντί για το πτώμα της, ένα σκυλί με πύρινα μάτια. Φαίνεται ότι η Εκάβη λατρεύτηκε σαν θεά με ιερό ζώο το σκυλί.
Ο βασιλιάς Αλκίνοος
Άλλος ένα Ελληνικός μύθος της αρχαιότητας έκανε αναφορά σε μηχανικούς σκύλους που είχαν σταλεί να προστατέψουν το παλάτι του Αλκίνοου. Οι Θεοί ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένοι με τον βασιλιά Αλκίνοο και μέσω της τέχνης του Ήφαιστου, του χάρισαν χρυσούς και ασημένιους, αθάνατους και πανίσχυρους μηχανικούς σκύλους για την προστασία του παλατιού του.
Άργος ο σκύλος του Οδυσσέα
Ο Όμηρος στην Οδύσσεια (ραψωδία ρ΄290-327), περιγράφει το γνωστό και συγκινητικό περιστατικό του θανάτου του σκύλου του Οδυσσέα που ονομαζόταν Άργος τη στιγμή που αναγνωρίζει τον αφέντη του ντυμένο ζητιάνο, που γύρισε μετά από 20 έτη απουσίας.
Kι ενώ εκείνοι συναλλάσσοντας τα λόγια τους μιλούσαν,
ένα σκυλί που ζάρωνε, σήκωσε ξαφνικά τ’ αυτιά και το κεφάλι του –
ο Άργος του καρτερικού Οδυσσέα! Tον είχε ο ίδιος
μεγαλώσει, όμως δεν πρόλαβε να τον χαρεί· πρωτύτερα
αναχώρησε να πάει στην άγια Tροία.
Tα πρώτα χρόνια οι νιούτσικοι τον έβγαζαν κυνήγι,
και κυνηγούσε αγριοκάτσικα, ζαρκάδια και λαγούς.
Mετά τον παραμέλησαν, αφότου ο κύρης του ταξίδεψε μακριά,
και σέρνονταν στην κοπριά, χυμένη σε σωρούς από τις μούλες
και τα βόδια στην αυλόθυρα μπροστά, απ’ όπου
του Οδυσσέα οι δούλοι σήκωναν κάθε τόσο να κοπρίσουν
το μέγα τέμενός του.
Εκεί τώρα σερνόταν το σκυλί, μ’ αμέτρητα τσιμπούρια ο Άργος.
Kι όμως, αναγνωρίζοντας τον Οδυσσέα στο πλάι του,
σάλεψε την ουρά του και κατέβασε πάλι τ’ αυτιά του,
όμως τη δύναμη δεν βρήκε να φτάσει πιο κοντά στον κύρη του.
Τον είδε εκείνος, και γυρίζοντας αλλού το βλέμμα του,
σκούπισε ένα δάκρυ – από τον Eύμαιο κρυφά,
για να τον ξεγελάσει. Ύστερα μίλησε ρωτώντας:
«Eύμαιε, τι παράξενο· τέτοιο σκυλί μες στις κοπριές να σέρνεται.
Φαίνεται η καλή του ράτσα. Δεν ξέρω ωστόσο και γι’ αυτό
ρωτώ· εξόν από την ομορφιά, ήταν και γρήγορο στο τρέξιμο;
ή μήπως έτσι, σαν τους άλλους σκύλους που τριγυρίζουν
στα τραπέζια των αντρών, και τους κρατούν οι άρχοντες
μόνο για το καμάρι τους;»
Kαι τότε, Eύμαιε χοιροβοσκέ, πήρες ξανά τον λόγο κι αποκρίθηκες:
«Ω ναι, ετούτο το σκυλί σ’ αυτόν ανήκει που αφανίστηκε
πέρα στα ξένα. Aν είχε ακόμη το σκαρί, αν είχε και την αντοχή,
όπως ο Οδυσσέας το άφησε, μισεύοντας στην Tροία,
βλέποντας θα το θαύμαζες και για τη γρηγοράδα
και για την αλκή του· που κυνηγώντας, δεν του ξέφευγε
κανένα αγρίμι, βαθιά χωμένο στο δάσος το βαθύ –
ξεχώριζε πατώντας πάνω στα πατήματά του.
Tώρα το πλάκωσε η μιζέρια, αφότου χάθηκε το αφεντικό του
μακριά από την πατρίδα του, κι αδιάφορες οι δούλες
αφρόντιστο το αφήνουν.
Ξέρεις, οι δούλοι, σαν τους λείψει το κουμάντο των αρχόντων,
δεν θέλουν πια να κάνουν τη στρωτή δουλειά τους.
Γιατί κι ο Δίας, που το μάτι του βλέπει παντού, κόβει του ανθρώπου
τη μισή αρετή, απ’ τη στιγμή που θα τον βρεί
η μέρα της σκλαβιάς.»
Mιλώντας πια προχώρησε στα ωραία δώματα,
και πέρασε στην αίθουσα με τους περήφανους μνηστήρες.
Αυτοστιγμεί τον Άργο σκέπασε η μαύρη μοίρα του θανάτου,
αφού τα μάτια του είδαν ξανά, είκοσι χρόνια
περασμένα, τον Οδυσσέα.
Οδύσσεια, ρ 290-327, σε μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτη
Άργος: Tο όνομα του σκύλου από το αρχαίο επίθετο αργός (> εν-αργής > ενάργεια* | άργυρος), που έχει δύο σημασίες: γρήγορος και λαμπερός (καθώς η γρήγορη κίνηση παράγει αστραφτερή λάμψη)· αργοί κύνες: ταχύποδα σκυλιά (τα κυνηγόσκυλα). Tο νεότερο επίθετο αργός < άεργος: ο μη εργαζόμενος, οκνηρός, νωθρός· ενώ άνεργος: αυτός που δεν έχει δουλειά.
Ο σκύλος του Ξάνθιππου
Το 480 π.Χ. όταν ηττήθηκαν οι Έλληνες στις Θερμοπύλες, ο δρόμος για την Αθήνα ήταν πλέον ανοιχτός για τους Πέρσες.
Ο Θεμιστοκλής νωρίτερα, ακολουθώντας το ένστικτό του, είχε πείσει με τη ρητορική του δεινότητα και διάφορα τεχνάσματα τους Αθηναίους να επενδύσουν σε «ξύλινα τείχη», κατασκευάζοντας το μεγαλύτερο στόλο στον Ελλαδικό χώρο.
Με τον ίδιο τρόπο, έπεισε τους περισσότερους να εκκενώσουν την πόλη τους, αφήνοντάς την βορά στους μαινόμενους Πέρσες, οι οποίοι ανέλαβαν όσους δεν πείστηκαν και κλείστηκαν πίσω από ξύλινα τείχη στην Ακρόπολη.
Μέσα σε αυτούς που πείστηκαν όμως, ήταν και ο πατέρας του νεαρού τότε Περικλή, ο Ξάνθιππος. Εύπορος αριστοκράτης, γνωστός πολιτικός και γενναίος στρατιωτικός, ο μύθος θέλει τον Ξάνθιππο να παίρνει στον Πειραιά -ώστε να μεταφερθούν με άλλους Αθηναίους στη Σαλαμίνα- μαζί με την οικογένειά του και τον αγαπημένο του σκύλο.
Εκεί όμως, επειδή οι άνθρωποι ήταν πολλοί και ο χώρος λίγος, είτε κάποιος πέταξε από την τριήρη το σκύλο, είτε τον άφησαν από την αρχή στη στεριά. Ο σκύλος βλέποντας τον κηδεμόνα του να απομακρύνεται πλέοντας στην απέναντι ακτή, μη αντέχοντας την ιδέα του αποχωρισμού, βούτηξε στο νερό και άρχισε να κολυμπά δίπλα στην τριήρη («τη τριήρει παρανηχόμενος»). Όταν έφτασε πια στη Σαλαμίνα, σωριάστηκε εξαντλημένος στην άμμο. Κάποιοι τότε, εντυπωσιασμένοι από το κατόρθωμα και την αφοσίωσή του, φώναξαν τον Ξάνθιππο και αυτός έτρεξε κοντά στον πιστό του σκύλο. Το μόνο όμως που πρόλαβε το άτυχο ζώο να κάνει, ήταν να του κουνήσει για λίγο την ουρά και να αφήσει την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά του κηδεμόνα του.
Συγκινημένος τότε ο Ξάνθιππος, έθαψε τον αγαπημένο του σκύλο σε εκείνο ακριβώς το σημείο, το οποίο έγινε γνωστό ως «Κυνός Σήμα». Το ίδιο σημείο που θάφτηκαν λίγες εβδομάδες μετά, οι ήρωες Σαλαμινομάχοι.
Οι σκύλοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου
Υπάρχουν ενδείξεις πως ο Μ. Αλέξανδρος όσο ζούσε στην Πέλλα ήταν κάτοχος μιας θηλυκής σκυλίτσας (Μολοττικός κύων). Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του αγόρασε για 100 μνες τον ινδικό του σκύλο Περίτα, που «η γενιά του κρατούσε από λιοντάρι». Το όνομα Περίτας φαίνεται να προέρχεται από την μακεδονική λέξη για τον Ιανουάριο. Από άλλους λέγεται ότι το όνομα το έδωσε ο Αλέξανδρος από την λέξη περιττός = εξαιρετικός. Σε μια μάχη με τους στρατιώτες του Δαρείου του Γ΄, δεν είχε χρόνο να αντιμετωπίσει έναν ελέφαντα που τον πλησίαζε επιθετικά. Ο Περίτας, τότε, έτρεξε και δάγκωσε τον ελέφαντα και με αυτόν τον τρόπο έσωσε τον Αλέξανδρο από βέβαιο θάνατο. Στη μνήμη του ο Αλέξανδρος ίδρυσε πόλη στην Πενταποταμία της βορειοδυτικής Ινδίας (σημ. Punjab). Έναν άλλο σκύλο παιονικής καταγωγής, με το όνομα Τρίακος, είχε δωρίσει στον Αλέξανδρο ο σατράπης της Παιονίας. Τέλος ο Αλέξανδρος θέσπισε και νόμο για την προστασία των ζώων.
Θαμμένοι με τους σκύλους τους
Στη νεκρόπολη της Ορθής Πέτρας στην Ελεύθερνα της Κρήτης βρέθηκε δίπλα σε ένα πιθάρι που περιείχε τον σκελετό ενός αγοριού 15 ίσως ετών, ο σκελετό ενός σκύλου. Ο σκελετός είναι ακέραιος χωρίς ίχνη βίαιου θανάτου. Δεν έχουμε δηλαδή δείγματα ότι τον θυσίασαν. Είναι απλώς ένας κρητικός ιχνηλάτης σκύλος. Έτσι η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι ίσως πέθανε από τη λύπη του, πράγμα που ανήκει βέβαια στον χώρο των υποθέσεων καθώς δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ανασκαφικά. Υπάρχουν όμως περιγραφές αυτού του είδους που έφθασαν στις μέρες μας από αρχαίους ιστορικούς» καταλήγει ο κ. Σταμπολίδης υπεύθυνος της ανασκαφής.
Μια άλλη ταφή με σκελετούς σκύλων είχε βρει πριν από μερικά χρόνια στο Καβούσι της ανατολικής Κρήτης η αρχαιολόγος Leslie Day και δημοσίευσε το εύρημά της στο Αmerican Journal of Αrchaeology, ενώ και η αρχαιολόγος κυρία Ελπίδα Σκέρλου εντόπισε πρόσφατα ταφή σκύλου στην Κω. Από την πλευρά των αρχαίων μαρτυριών τόσο ο Αιλιανός όσο και ο Πολυδεύκης στο Ονομαστικό του αναφέρουν παραδείγματα για ταφές σκύλων ή για σκύλους που ακολούθησαν το αφεντικό τους στον θάνατο αρνούμενοι τον αποχωρισμό.
Μια άλλη μαρτυρία προέρχεται από τον Αιλιανό και αναφέρεται στον Εύπολη ο οποίος πέθανε στην Αίγινα και επάνω στον τάφο του πέθανε ο πιστός του σκύλος. Η θέση ονομάστηκε Κυνός Σήμα.
Μια λίγο διαφορετική περίπτωση απόδοσης τιμής σε σκύλο έχουμε στην Αθήνα των ρωμαϊκών χρόνων. Εδώ δεν υπάρχει ένδειξη αφεντικού. Κατά τη διάρκεια λοιπόν των ανασκαφών για το μετρό, βρέθηκε στην πλατεία Συντάγματος ο τάφος ενός σκύλου. Δεν γνωρίζουμε ούτε πώς λεγόταν ούτε σε ποιον ανήκε. Τα χάλκινα όμως διακοσμητικά καρφιά που σώθηκαν από το δερμάτινο κολάρο γύρω από τον λαιμό του, αλλά και τα κτερίσματα των μυροδοχείων που βρέθηκαν δίπλα του υπαινίσσονται ότι θα πρέπει να ανήκε σε κάποιον εύπορο ευγενή, ή να έκανε κάποια ηρωική πράξη στη ζωή του. Το εύρημα παρουσιάστηκε στην έκθεση «Η Πόλη κάτω από την Πόλη» που έγινε πριν από λίγα χρόνια και πάλι στο Κυκλαδικό Μουσείο.
Τι έτρωγαν οι σκύλοι στην αρχαία Ελλάδα;
Τα συνηθισμένα κουτάβια τρέφονταν με κριθαρένιο ψωμί που είχε μαλακώσει μέσα σε αγελαδινό γάλα ή ορό γάλακτος. Τα κουτάβια, όμως, που ήταν πιο ιδιαίτερα έτρωγαν το ψωμί τους μαλακωμένο μέσα κατσικίσιο ή προβατίσιο γάλα. Συνήθως πρόσθεταν και λίγο από το αίμα του ζώου εκείνου που ήθελαν να εκπαιδεύσουν το κουτάβι να κυνηγήσει. Στη διάρκεια του δείπνου, ο ιδιοκτήτης έκοβε μεγάλα κομμάτια από την ψίχα του ψωμιού για να σκουπίσει τα δάκτυλά του και μετά τα έδινε στο σκύλο του μαζί με κόκαλα και άλλα αποφάγια από τα πιάτα, ίσως μαζί και με ένα πιατάκι από ζωμό κρέατος. Μετά από μία θυσία ή ένα τραπέζι, ετοίμαζαν μια ιδιαίτερη λιχουδιά: ένα κομμάτι από βοδινό συκώτι πασπαλισμένο με κριθάρι και ψημένο στα κάρβουνα. Ήταν ακόμα φυσικό, ότι σαν δείγμα ευγνωμοσύνης μοιράζονταν μαζί με τους πιστούς τετράποδους φίλους κομμάτια από τα θηράματα, όπως κουνέλια, ελάφια ή αγριογούρουνα.
Ήταν αυτή η κατάλληλη διατροφή για έναν σκύλο; Η άποψη ότι στην ημερήσια διατροφή του σκύλου πρέπει να συμπεριλαμβάνεται κόκκινο, ωμό κρέας είναι μία διαδεδομένη, αλλά λανθασμένη ιδέα. Έξω στη φύση, οι σκύλοι κυνηγούν καρποφάγα και φυτοφάγα ζώα. Όταν τα σκοτώνουν, πρώτα τρώνε το στομάχι τους που είναι γεμάτο με χορτάρι (που έχει ήδη περάσει το πρώτο στάδιο της πέψης) και δημητριακά, μετά τα όργανά τους και τέλος προτιμούν να τραφούν με την σάρκα τους. Συχνά, ροκανίζουν τα οστά και έτσι ισορροπούν το γεύμα τους παίρνοντας τις βιταμίνες και τα άλατα που χρειάζονται.
Αν ο σκύλος υπέφερε από σκουλήκια στο έντερο, τότε του έδιναν να φάει τα μουστάκια από το στάρι. Μία πιο αποτελεσματική θεραπεία ήταν η Αρτεμισία, γνωστό σαν το φυτό αψιθιά, ένα βότανο με την ιδιότητα να απομακρύνει τα σκουλήκια του εντέρου. Το γεγονός ότι οι Ελληνικοί σκύλοι έχαιραν άκρας υγείας με το να διατρέφονται με σιτηρά και κρέας το επιβεβαιώνει και ο Αριστοτέλης, ο οποίος σημειώνει σε ένα από τα έργα του ότι τα λακωνικά κυνηγόσκυλα ζούσαν έως 10 με 12 χρόνια, ενώ άλλες ράτσες έφθαναν έως και τα 14 με 15 χρόνια. Σήμερα, ένα σκυλί περίπου 25 κιλών έχει το ίδιο προσδόκιμο ζωής.
Επίλογος
Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι ο σκύλος αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητας των αρχαίων ελλήνων. Οι οποίοι, τον τίμησαν τοποθετώντας τον ακόμα και στο σύμπαν (αστερισμός του κυνός), εκφράζοντας έτσι τον σεβασμό τους για το ζώο.
Στη σύγχρονη εποχή αν και ο σκύλος παραμένει γύρω μας, τα περιστατικά κακοποίησης και εγκατάλειψης του είναι καθημερινό φαινόμενο. Από τη μεριά μας θα πρέπει όχι απλά να εναντιωθούμε θεωρητικά σε τέτοια φαινόμενα αλλά να αντιδράσουμε δραστικά, εφαρμόζοντας και τηρώντας τους νόμους περί φιλοζωίας και ενημερώνοντας καθημερινά τους συμπολίτες μας για τις αρετές και τη πρέπουσα αντιμετώπιση του καλύτερου φίλου του ανθρώπου. Του σκύλου.




Ανάγλυφο που απεικονίζει την συνάντηση του Αλέξανδρου με τον Διογένη. Δεξιά απο το άλογο του Αλέξανδρου διακρίνεται ένας σκύλος, πιθανόν του ιδίου. – Μουσείο Λούβρου.



Διογένης (412-323 π.Χ). Πίνακας του Jean-Léon Gérôme, με τίτλο «Ο Σκύλος» – 1860, Walters Art Museum, USA



1,2. Η πιθοταφή του εφήβου και δίπλα ο σκύλος του όπως βρέθηκαν στη νεκρόπολη της Ελεύθερνας στην Κρήτη.Πρωτοαρχαϊκή περίοδος 3. Εξαιρετικά περιποιημένη η ταφή ενός σκύλου στην Αθήνα των ρωμαϊκών χρόνων. Βρέθηκαν το περιλαίμιό του και μυροδοχεία.
πηγη
Print Friendly and PDF

Σκάστε τις φούσκες!